24.8.08

Το τζιτζίκι και το μυρμήγκι

(Η ιδέα για αυτό το παραμύθι είναι κλεμμένη από αλλού. Δεν θυμάμαι από που. Πάντως δεν είναι δική μου.)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μυρμήγκι κι ένα τζιτζίκι. Ήταν καλακαίρι, ο ήλιος ήταν ντάλα και τα καρπούζια φυτρώναν στα μποστάνια. Το μυρμήγκι ιδρωμένο και συγκαμένο στις μασχάλες έτρεχε πάνω κάτω σα να 'χε πάρει έκσταση ,έβρισκε κάτι σποράκια και τα χωνε στη φωλιά του. Το τζιτζίκι ήταν αραχτό σε ένα δέντρο και τρόμπαρε.
Κάποια φάση το τζιτζίκι είπε:
"Ρε μαλάκα μέρμηγκα, δεν πάμε για κανά μπάνιο; Έχει καεί ο κώλος μου."
"Όχι φίλέ μου τζίτζικα." 'ειπε το μυρμήγκι. "Πρέπει να γαμηθώ να μαζέψω σπόρια γιατί χειμώνας έρχεται και μετά θα πεινάω. Θα σε συμβούλευα να κάνεις το ίδιο".
"Τι λες ρε ανώμαλε! Σιγά μη δουλέψω με τέτοια κουφόβραση." ήταν η απάντηση. "Πάω να μουλιάσω τα παπάρια μου στο κύμα". Και το τζιτζίκι καβάλησε τη χάρλεϊ του και την έκανε για το κοντινότερο μπιτς μπαρ.
Μετά ήρθε χειμώνας, χιόνισε κι ο κάμπος έγινε άσπρος σαν άσπρο σλιπάκι μινέρβα, αυτό με την τσέπη μπροστά. Το μυρμήγκι ήταν κλειδωμένο στη φωλιά του με τέρμα τα καλοριφέρ, είχε νοικιάσει όλα τα Ρόκι και τα 'βλεπε τρώγοντας σποράκια. Κάπου προς το τέλος του νούμερο τρία χτύπησε η πόρτα κι ,όπως όλοι περιμένετε, ήταν ο τζίτζικας. Φορούσε ένα μπουφανάκι πουπουλένιο πολύ τσίλικο μποτάκια και παντελόνι σπέσιαλ. Πίσω του δε υπήρχε μια τζιπάρα μέσα από την οποία δυο ακρίδες, καλά μωρά, χαμογελούσαν πρόστυχα στο μυρμήγκι.
"Ρε μαλάκα μέρμηγκα, πάω για σκι με τα κορίτσια. Θά ρθεις;"
Το μυρμήγκι άρχισε να ουρλιάζει "Πούστη Αίσωπε, πούστη Αίσωπε" και να κάνει το σπίτι του πουτάνα. Μετά από δυο μέρες το κλείσαν σε ίδρυμα.

11.8.08

Πρωινό ξύπνημα

Ξύπνησε γύρω στις 8. Όχι πως κοιμήθηκε καλά το βράδυ. Δεν έκανε τσιγάρο. Δεν ήπιε καφέ. Τηλεφώνησε. Την ξύπνησε. Τον έβρισε. Ίσως πιο άγρια από ποτέ. Και του το κλεισε στη μούρη. Εκείνος έκανε τσιγάρο. Ήπιε καφέ. Και χαμογέλασε στη σκέψη πως τουλάχιστον άκουσε λίγο τη φωνή της.
Ο μαλάκας δε θα στρώσει ποτέ.

Hotellounge ( μια ηλίθια ιστορία)

Τεστ

γψφγφγφυθευνηργξ,υδτκξυλβηχψγργ,βμφγ
ΟΚ.
Γράφει.



Χιονίζει κι είναι σαν να πέφτουν κουραμπιέδες απ’τον ουρανό.

Βρίσκομαι στο μάλλον-πιο-παρακμιακό-κωλόμπαρο-αυτής-της-πόλης. Δεύτερος όροφος παλιού νεοκλασσικού με θέα τα μπουρδέλα. Καλή φάση. Κάθομαι στο μπαρ, πίνω comfort μπόμπα και μασουλάω φιστίκια. Σ’ ένα τραπέζι παραδίπλα δυο μελαμψοί τύποι με περίστροφα περασμένα στη μέση τους και ξυνισμένες σκατόφατσες παίζουν ιπποποταμάκια. Οι φωνές τους μου σπάνε τα παπάρια και τους λέω να σκάσουν. Ο ψηλός με αγριοκοιτάζει, μουρμουρίζει κάτι που δεν ακούω και τραβάει το όπλο του. Έγω τότε πετάγομαι στον αέρα σαν εκείνον το μαλάκα στο Μάτριξ και του γαμάω τις κουτάλες πριν καλά καλά καταλάβει τι έγινε. Ξύνω τ’ αρχίδια μου και συνεχίζω το ποτό μου.

Κάποια φάση χαιρετάω μια καθηγήτρια μου απ’ το γυμνάσιο που κάθεται σε μια γωνιά και τρώει μια κρέπα μερέντα μπανάνα.
Ύστερα πλησιάζει ο Γκούφυ χορεύοντας σάμπα, λέει ένα γεια και ψαχούλεύει τα φιστίκια μου. Τρώει ένα, τα μάτια του βγάζουν μπλε φωτιές και πετάει απ’ το παράθυρο. Μετά ανεβαίνει, τσιμπάει 100 ευρώ από ένα κουρούμπελο και του λέει να κάνει το ίδιο. Εκείνος πηδάει, τσακίζεται και τα μυαλά του απλώνονται στο δρόμο. Γαμώ τις πλάκες,
Κι ενώ έχουμε κλάσει στο γέλιο σκάει μύτη ο τελειότερος κώλος που είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια. Το στυλ της γκόμενας που σε κάνει να χύσεις στα βρακιά σου. Κάθεται δίπλα. Μου συστήνεται σαν Κάθυ και την κερνάω ένα chivas. Μετά την πηγαίνω σπίτι και γαμιόμαστε. Αφου τελειώσω κάνω τσιγάρο καιτην πέφτω.
Μετά ξυπνάω κι έξω χιονίζει. Κι είναι σαν να πέφτουν κουραμπιέδες απ’ τον ουρανό.



Πρέπει να είσαι πολύ μαλάκας

για να ξυπνάς κάθε Σάββατο πρωί στις 6.30 να δεις κινούμενα σχέδια. Τι να κάνω; Είμαι πορωμένος με τα Looney Toons. Ειδικά με το Κογιότ. Αν και διαφωνώ με την όλη του φιλοσοφία.
Να εξηγηθώ καλύτερα. Το Κογιότ κηνυγά τον Μπιπ-Μπιπ. Γνωστό αυτό, ωραία;
Και κάθε φορά λίγο πριν τον φτάσει κάτι γίνεται. Ενα αμόνι, ένα χρηματοκοιβώτιο, τέλος πάντων οτιδήποτε ACME πέφτει στο κεφάλι του. Κι αυτός συνεχίζει να τον κηνυγάει κι ας είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα φάει τα μούτρα του.
Μαλακία δεν είναι; Εσύ θα το ‘κανες;
Θα προτιμούσα σε ένα επεισόδιο το Κογιότ να σταματήσει σε ένα εστιατόριο, να χτυπήσει πέντε έξι σουβλάκια, να την πέσει στην γκαρσόνα, να την βγάλει για σινεμά-ποτό-κρεβάτι και να αφήσει τον Μπιπ-Μπιπ μαλάκα. Και μετά ο Μπιπ-Μπιπ να πάθει κατάθλιψη και να το ρίξει στα Προζάκ.



Ο Άη-Βασίλης είναι καριόλης

Μόλις βγει ο Πόρκι και πει ‘That’s all, folks πάω και κάνω καφέ. Γαλλικό με δυο κουταλιές ζάχαρη κι ένα γαλατάκι. Οι άλλοι καφέδες με πειράζουν πια το στομάχι. Ανάβω τσιγάρο και κοιτάζω από το παράθυρο. Είναι μια ηλίθια μέρα όχι γιατί χιονίζει αλλά γιατί είναι άνοιξη κι έχει χιόνι ενώ αυτό θα έπρεπε να λιώνει πάνω στα βουνά. Τέλος πάντων, αφού είναι έτσι λέω να αράξω να δω παπαριές στην τηλεόραση και να περιμένω τον Άη-Βασίλη. Μια και δεν ήρθε τα χριστούγεννα ίσως έρθει τώρα.
Κάθομαι εκεί όλη την μέρα. Δεν έχω καμινάδα. Αν έρθει ο Άγιος ας χτυπήσει την πόρτα. Πίπες. Ο μόνος που χτυπάει την πόρτα είναι ο Πιτσαδώρος. Μου φέρνει μια πίτσα μπέικον-μανιτάρια-σαλάμι αέρος. Ό,τι του ζητάω σε ένα τέταρτο το χει φέρει. Θα πρεπε να χαμε τον Άη-Πιτσαδώρο όχι τον άλλο το μαλάκα. Προβληματίζομαι. Φοβάμαι. Φοβάμαι πως αν μείνει από δουλειά ο Άη-Βασίλης και γίνει πιτσαδόρος στη θέση του Πιτσαδώρου, τότε τη γάμησα.



Δεξεροτάβλης

Ο Πιτσαδώρος είναι ένα από τα τρία πρόσωπα που μου έχουν δώσει πραγματική χαρά.Τα άλλα δύο είναι ο Βέγγος και ο Δεξεροτάβλης.
O Δεξεροτάβλης ήταν συμμαθητής μου στο λύκειο. Φορούσε σιδεράκια κι ήταν χοντρός. Έτρωγε τα πάντα εκτός από μπάμιες και ινδοκάρυδο. Δεν θυμάμαι αν ποτέ τον φώναξα με το πραγματικό του όνομα. Δεξεροτάβλη τον λέγαμε γιατί στο τάβλι δεν μπορούσε να σταυρώσει παιχνίδι. Από ένα σημείο και μετά δεν είχε νόημα να παίζεις μαζί του. Σαν να κλέβεις εκκλησία ήταν. Κι αντί να κερνάει τους καφέδες που έχανε στα στοιχήματα, μας έβριζε λες και φταίγαμε εμείς που ήταν μαλάκας.
Μέσα στη μαλακία που τον έδερνε ήταν όμως σοφός. Λίγο. Τουλάχιστον εγώ έτσι το έβλεπα. Θυμάμαι ένα καλοκαίρι που είμασταν αραχτοί και το κωλοβαρούσαμε. Ανακάτεβα αργά με το καλαμάκι το φραπέ μου. Εκείνος έκανε μπουρμπουλήθρες. Κάποια φάση γύρισε και μου πε:
-Ρε μαλάκα, τι κάνουμε; Τρομπάρουμε όλη μέρα. Τρώμε, χέζουμε, κοιμόμαστε. Αργοπεθαίνουμε και δεν το πέρνουμε χαμπάρι.
- Έχει κι αυτό τη φάση του, είπα τότε λυμμένος στα γέλια.
Τώρα δεν ξέρω. Τώρα κάθομαι όλη μέρα και περιμένω κάτι που δεν ξέρω αν θα ‘ρθει κι ούτε καν τι ακριβώς είναι. Και δεν βρίσκω ούτε λίγη πλάκα σ’αυτό. Ρεύομαι και η γεύση του μπέικον ξανανεβαίνει στο στόμα μου. Η φιλοσοφία σε μελαγχολεί και σου γαμά το στομάχι.


Κοινόχρηστα

Το κουδούνι χτυπάει κι εγώ λέω πως είναι η γυναίκα των ονείρων μου που θα με κάνει να νιώσω λίγο καλά. Πούτσες. Είναι ο μαλακοκαύλης ο Διαχειριστής και μου ζητάει 23 ευρώ και 58 λεπτά για ένα ασανσέρ που ποτέ δεν χρησημοποιώ και για δυο θείες που σφουγγαρίζουν τις σκάλες μια φορά το τρίμηνο.Τα παίρνω στο κρανίο. Εσύ δε θα τά παιρνες; Και θέλω να του πω «Κάτσε ρε μουνί, δεν έχουμε φράγκα για τσιγάρα, ψάχνουμε με το ζόρι τα ψιλά να παραγγείλουμε μια πίτσα, δεν έχουμε γκόμενα και τέλος πάντων άει γαμήσου γιατί ξύπνησα σκατά από το πρωί και χιόνιζε και δεν ήρθε ο Άη-Βασίλης και έσυ δεν είσαι κανά καλό μουνάκι αλλά ένας μαλακοκαύλης.» Αλλά λέω μόνο «καλά» γιατί βαριέμαι. Κατί μου λέει το αρχίδι να περάσω απ’ το διαμέρισμά του ν’ αφήσω τα λεφτά, ξαναλέω «καλά» και φεύγει. Ο μαλάκας...
Ο κόσμος τελικά έχει γεμίσει μαλάκες. Για την ακρίβεια όλοι είναι μαλάκες εκτός από μένα. Και τον Πιτσαδώρο. Καιι το Βέγγo. Είμαι τσατισμένος και κατεβάζω χριστοπαναγίες. Αυτή η μέρα ήταν εντελώς γαμημένη. Όχι ότι η χθεσινή ή η προχθεσινή ή όλες οι άλλες δεν ήταν αλλά να σήμερα χιόνιζε. Έχω και την κωλοκαούρα στο στομάχι και φταρνίζομαι. Ακόμα κι η τσόντα που βλέπω είναι σκατά και λέω να κοιμηθώ. Αύριο μπορεί η μέρα να ‘ναι λίγο λιγότερο σκατά. Κουκουλώνομαι με το πάπλωμα και ξαναφταρνίζομαι.


Είμαι η μύγα που ακουμπάει τα σκατά.
Είμαι η μύγα που περπατά στο ταβάνι.




Μυστική αποστολή ΓΑΜΕΙΣΤΕ ΤΙΣ ΚΟΥΦΑΛΕΣ(Γ.Τ.Κ)

Είμαι σε μια μύστική βάση κάπου στη Βόρεια Κορέα. Φοράω μαύρη κολλητή στολή με ένα ασημένιο καυλί στο στήθος. Το όνομα μου είναι Πούτσαμαν και είμαι σούπερ ήρωας. Σκοπός μου είναι να δολοφονήσω τον αρχηγό μιας σατανικής οργάνωσης με το κωδικό όνομα Διαχειρηστής. Τον εντοπίζω στις τουαλέτες και τον γρονθοκοπώ μέχρι θανάτου.Tο αίμα του κυλάει στη χέστρα σαν αλικό ποτάμι. To κοιτάω και καυλώνω. Χάνομαι σ’έναν ωκεανό ηδονής μα το αίσθημα μιας κάνης στα πλευρά μου με επαναφέρει στην πραγματικότητα. Γυρίζω αργά και βλέπω τον Άη-Βασίλη να μου χαμογελάει. Κι ενώ είναι έτοιμος να με στείλει στον τάφο μ’ ένα καλάζνικοφ, εμφανίζεται μέσα από καπνούς ο Θου-Βου σαν από μηχανής θεός και του πετάει τον σουγιά τον θαυματουργό στο μάτι. Ο Άη-Βασίλης σωριάζεται νεκρός , ξεφουσκώνει κι εμείς πηγαίνουμε μπουρδελότσαρκα.
Ο Θου-Βου διαλέγει μια μαύρη κι εγώ μια γιαπωνέζα. Τις γαμάμε και την κάνουμε για τζίσμπεργκερ και φουντούνια. Μετά χτυπάει το τηλέφωνο.



LUCKY STRIKE μαλακό

Το σηκώνω.
-Ναι.
-Καλημέρα. Μήπως σας ξύπνησα;
Είναι η πιο αισθησιακή φωνή που έχω ακούσει. Θα ‘ναι το γκομενάκι με κόζαρε σ’ ένα μπαρ προχθές.Που βρήκε το τηλέφωνό μου η πουτάνα;
-Όχι, εντάξει.
-Κάνουμε μια έρευνα για....
Το κλείνω. Έρευνες και μαλακίες. Δε γαμιόμαστε να ασπρίσουμε;
Θέλω τσιγάρα. Κατεβαίνω στο ψιλικατζίδικο. Συνήθως κάνω PRINCE αλλά όταν πάω στο ψιλικτζίδικο πέρνω πάντα LUCKY STRIKE μαλακό γιατί είναι πίσω χαμηλά κι η ψιλικατζού σκύβει να μου το δώσει κι εγώ πέρνω μάτι τον κώλο της. Έχει ενα ωραίο, τουρλωτό κωλαράκι έτοιμο για τσίμπημα.. Σήμερα, τη φάρα μου, μου δεν είναι εκεί, οπότε πέρνω PRINCE και μια εφημερίδα και πληρώνω τον καργιόλη αδερφό της.
Ανεβαίνω σπίτι, κάνω ένα καφεδάκι, πέρνω την εφημερίδα και μπαίνω για χέσιμο. Λένε ότι οι καλύτερες ιδέες σου ‘ρχονται στο χέσιμο. Εμένα πάλι δεν μου ‘ρχεται τίποτα. Τελειώνω και ανοίγω το ράδιο. Πετυχαίνω Leonard Cohen σε μια κλαψομουνιά που δεν ξέρω πως την λένε. Κάτι με “miracle”. Τι μαλακίες είναι αυτές πρωινιάτικα! Το αλλάζω. Παντού πίπες. Είναι συνομωσία για να γαμάν τις μέρες του κόσμου κι ύστερα όλοι να γίνονται πρεζάκια.
Κάνω ένα τσιγάρο κι ανοίγω την τηλεόραση.



Ζάπιγκ


Έχει ένα πρωινάδικο με μερικά καλά μοντέλα. Το αφήνω λίγο εκεί. Μια από αυτές μοιάζει στη Βούλα. Η Βούλα. Μεγάλος έρωτας. Αγάπη, στεναχώρια.. Αυτά παν μαζί σχεδόν πάντα Τέλος πάντων. Έφυγε κι είναι ήσυχα τώρα.
Αλλάζω κανάλι και πετυχαίνω έναν αστρολόγο που μάλλον τον παίρνει από πίσω. Του έχει τηλεφωνήσει μια θεία και της λέει πίπες.
Κλικ.
Ένα παιδάκι κατουράει.
Κλικ.
Ο Τσάκωνας παπάς σε βιντεοταινία του ‘80.
Κλικ.
Ένα σαλαμάκι.
Κλικ.
Ένας παπάρας μαγειρεύει αρχίδια κόκορα με ρύζι.
Κλικ.
Ο Δεξεροτάβλης.
Στάκα!



Στον αέρα

Ρε το μουνί. Είχα να τον δω πέντε χρόνια και τώρα τον βλέπω να μιλάει σε μια ξανθιά για τα παιδικά του τραύματα. Λέει οτί τον βίασε παλιά ένας κουμπάρος του ή κάτι τέτοιο και τώρα δεν μπορεί να εκσπερματώσει. Έχει βγάλει τα σιδεράκια αλλά είναι ακόμα χοντρός. Πέρνω τηλέφωνο στην εκπομπή να περέμβω. Τα αρχίδια με βάζουν στην αναμονή και ακούω μισό δίσκο κλασσική μουσική.
Κοντεύω να ξεράσω όταν τελικά με βγάζουν στον αέρα. Τους λέω ότι ήμουν συμμαθητής του κι ότι γενικά φερόταν πολύ μαλακομπουκωμένα και πως πάντα πίστευα πως υπήρχε επιστημονικός λόγος γι’ αυτό. Ο Δεξεροτάβλης με καταλαβαίνει κι αρχίζουμε να βριζόμοστε για πλάκα όπως στο σχολείο. Τότε ήταν κατά κάποιο τρόπο μια άσκηση ετοιμολογίας. Έχανε όποιος δεν μπορούσε να απαντήσει στη βρισιά του αλλουνού. Είμασταν καλοί αλλά δεν φτάσαμε ποτέ στο επίπεδο του Ανανία.


Ο Ανανίας

Είμασταν μαζί στη σχολή. Σε μια ερώτηση καθηγητή για μια εργασία απάντησε: «Και που θέλετε να ξέρω, κύριε; Να μυρίσω το καβλί μου;». Στο πανεπιστήμιο ακόμα το θυμούνται.
Αν ποτέ γράψω ένα επιστημονικό εγχειρίδιο με τίτλο «Οι Σωστές Απαντήσεις Σε Οποιαδήποτε Ερώτηση» το «Που θέλετε να ξέρω; Να μυρίσω το καβλί μου;» θα το έβαζα πρώτο.


Φαίνεται ότι το παραγαμήσαμε

γιατί κόψαν την εκπομπή στον αέρα και βάλαν τη διαφήμιση ενός απορριπαντικού για τα πιάτα με άρωμα φρούτα του δάσους. Να δω τι άλλη μαλακία θα βγάλουνε,. Πάντως με το Δεξεροτάβλη αλλάζουμε τηλέφωνα και κανονίζουμε να περάσει το απόγευμα από μένα. Φάση θα έχει. Κλείνω το τηλέφωνο και κατεβαίνω στο ψιλικατζίδικο να κάνω προμήθειες γιατί ο Δεξεροτάβλης τρώει πολύ. Mετά ανεβαίνω σπίτι και αράζω στο κρεβάτι κλάνοντας.


Λάιβ

Είμαστε οι Καβλωμένοι Άγγελοι. Σώζουμε τον κόσμο απ’τη συνομωσία. Φοράω μόνο ένα τζιν μπουφάν και σταράκια. Παίζω κιθάρα. Δίπλα στο μπάσο είναι ο Δεξεροτάβλης μ’ ένα μποξεράκι με ελεφαντάκια που πηδιούνται. Πίσω στα ντραμς ο Πιτσαδώρος. Δεν βλέπω καθαρά τι φοράει. Μπροστά μου η Βούλα μ’ ένα μικρόφωνο ουρλιάζει και χτυπιέται. Παίζουμε πανκ.
Το Πλήθος παραληρεί. Κάποια φάση ανεβαίνει πάνω ο Τσάκωνας-παπάς, κατουράει στη σκηνή και σοδομεί το Δεξεροτάβλη με ένα σαλαμάκι. H Βούλα με πιπώνει και ο Πιτσαδώρος αυνανίζεται. Το Πλήθος μας αποθεώνει και μας ραίνει με αρχίδια κόκορα και ρύζι.



Μπίζνες

Σηκώνομαι από το κρεβάτι κι είναι απόγευμα. Όπου να ‘ναι θα περάσει ο Δεξεροτάβλης. Βάζω στο CD player Julie London και χαζοτραγουδάω. Fly me to the moon and let me play among the stars, let me see what spring is like on Jupiter and Mars. Εκεί πάντως σιγά μη χιόνισε. Κι αφού μου το θυμίζει χτυπάω μια Mars για τη λιγούρα και περιμένω.
Ο χοντρός σκάει μύτη κατά τις εφτά.
-Πού ‘σαι ρε μουνί!
-Χρόνια και ζαμάνια ρε παπαροβιόλη.
-Άει γαμήσου ρε φλώρε. Πέρνα μέσα.
Τον βάζω να κάτσει στον καναπέ και του φέρνω καφέ και πιτιφούρια. Εγώ πίνω μια πορτοκαλαδίτσα.
-Λέγε μωρή μπάσταρδε. Πού χάθηκες;
-Γερμανία. Δούλευα σ’ ένα θείο μου. Εσύ τι λέει;
-Εδώ. Τελείωσα τη σχολή και λέω ότι ψάχνω δουλειά.
-Λογιστής ε;
-Πούτσες.
Του φαίνεται τρομερό αστείο. Γελάει.
-Τι γελάς ρε μαλάκα. Καλά, άφησες τη Γερμανία για το μπουρδέλο;
-Τι να κάνω; Πέθανε ο θείος, μου άφησε καλά φράγκα κι είπα να ‘ρθω να βρω καμιά γυναίκα.
-Αφού δεν μπορείς να χύσεις..
-Μαλακίες.
-Τουλάχιστον είσαι ματσό.
-Αρκετά.
-Και τι λες να κάνεις;
-Ν’ ανοίξω κανά μπαράκι. Ψήνεσαι;
-Έλα;
-Ψήνεσαι; Να δουλέψεις για μένα.
-Κοίτα η μόνη σχέση που έχω με τα μπαρ είναι ότι γίνομαι σαύρα αρκετά συχνά.
-Μου φτάνει. Έτσι κι αλλιώς την κάβλα μας θα κάνουμε.
-ΟΚ τότε. Και τι θα κάνω;
-Κοίτα, εγώ δεν σκαμπάζω πολλά από μουσική. Μόνο σκυλάδικα. Και δεν πολυκολλάνε σε μπαράκι. Θα είσαι ο Τιτζέης.
Γαμιέμαι στα γέλια. Πάντως δεν είναι καθόλου κακό. Ο κάθε μαλάκας γίνεται DJ. DJ Poulos και DJ Paretaarhidiamou. To deal έγινε. Παραγγέλνω τρεις πίτσες και κόκα κόλα να το γιορτάσουμε. Μένουν μόνο μερικές λεπτομέριες.


Βαφτήσια

-Και ρε μαλάκα, πως θα το λέμε το μαγαζί;
Ο χοντρός έχει μπουκώσει με τα πιτιφούρια.
-Αγκφβκ
-Κατάπιε πρώτα κι απαντάς μετά.
-Η ερώτηση είναι καλή. Τι λες για το «Γαλάζιο στρείδι»;
-Αυτό ήταν γκέι μπαρ στη Μεγάλη των Μπάτσων Σχολή.
-Καλά λες.
Σιωπή. Σκέψη. Προβληματισμός. Και μια φαγούρα στα αρχίδια. Ξύνομαι και περιμένω τη φλασιά. Κοιταζόμαστε. Το Ζώο πετάγεται σαν κλανιά.
-Το βρήκα! Το βρήκα! Studio 69!!!!!!!

Μένω μαλάκας. ...

Τι παπαριά πέταξε πάλι...

-Ναι ρε καυλιάρη μου. Να πετάξουμε μέσα και τον Ψάλτη, το Γαρδέλη και τον Μπίλια να χορεύουν το Raspoutin.
-Mαλακία ε;
-Μεγάλη.
Ξανακοιταζόμαστε. Με καμιά Παναγία δεν θα βρούμε όνομα της προκοπής.
Χρειαζόμαστε ένα θαύμα.



Ο Νονός

Ανοίγουμε τηλεόραση να πάρουμε καμιά ιδέα. Το «Πάρε τηλέφωνο ζωντανά κουκλίτσες» δεν μας αρέσει.
Ο Δεξεροτάβλης κάνει ζάπιγκ και κάποια στιγμή ρωτάει
-Πού να το βάλω;
-Βάλ’ το στον κώλο σου.
-Κάνουμε και χιούμορ;
-Ό,τι μπορούμε κάνουμε.
Ο χοντρός πάει για χέσιμο.
Χτυπάει η πόρτα. Ο Πιτσαδώρος. θά’ ναι..
Ανοίγω. Σκέφτομαι. Δε γαμιέται...
-Ρε μαλάκα Πιτσαδώρε πες κανά καλό όνομα για μπαρ.
-Εεεε, Hotellounge,
-Γαμάτο, γαμάτο, φωνάζει το Ζώο απ’το WC, Τι θα πει;
-Χέζε εσύ. Τι χρωστάω;
-Δώδεκα ογδόντα.
-Πάρε δεκατρία και thanks για το όνομα.
Ο Πιτσαδώρος φεύγει. Άκουω το χοντρό να σκουπίζεται. Βάζω τους dEUS στο CD player.
-Αυτό είναι το Hotellounge, λέω. Με γεια το όνομα.
-Κοίτα εγώ Άντζελα Δημητρίου ακούω. Είναι κρύα τα σεντόνια και τέτοια. Αλλά το ονοματάκι δεν με χαλάει.
-ΟΚ. Έκλεισε. Πότε φέυγεις;
-Νύσταξες ε;
-Ε, λίγο. Τι να του πω; Ότι μου ζάλισε τα αρχίδια; Έχει χαζέψει πολύ από την τελευταία φορά που βρεθήκαμε.
-Και οι πίτσες;
-Σωστά.


Χαϊλίκια

Είμαι με τα πόδια πάνω στο γραφείο κι ένα ταμπέλακι μπροστά μου γράφει Κος Τσόντος Γενικός Διευθυντής. Είμαι το νούμερο δύο της Ξεπαρθενιασμένης Α.Ε μιας πολυεθνικής εταιρείας που ασχολείται με μια τεράστια γκάμα δραστηριοτήτων μεταξύ των οποίων παροχή υψηλών επενδυτικών υπηρεσιών και παραγωγή σοκοφρετών με φουντούκια. Κάτι ψιλικατζήδες σαν την Virgin μας γλύφουνε τα αρχίδια..
Kάποια φάση μπαίνει η Τσέχα γραμματέας μου και μου φέρνει τις παντόφλες μου κι ένα Αστερίξ.
-Κύριο Τσόντο ήθελε κάτι άλλο;
-Όχι παιδί μου. Και μη μου περάσεις άλλα τηλέφωνα.
-Μάλιστα κύριο Τσόντο.
Πριν φύγει την παίρνω πάνω στο γραφείο.



Μια χαμένη ευκαιρία

Σηκώνομαι από το κρεβάτι με καούρες. Ο κύριος Ζονγκ εφύγε τελικά αργά χθες. Κάνω το καφεδάκι μου και σκέφτομαι ότι έχω δουλειές γιατί ο χοντρός δεν ξέρει τίποτα από μπίζνες και πρέπει να τα κάνω όλα εγώ. Πάντως η διάθεσή μου έχει αλλάξει προς το καλύτερο σε σχέση με τις προηγούμενες μέρες.Έχει φτιάξει και ο καιρός και έχει ήλιο και τα μουνάκια αρχίζουν να φοράνε ξώπλατα.
Το απόγευμα χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο Μπάμιας, πρώην συμφοιτητής. Το Μπάμιας δεν είναι παρατσούκλι. Όσο ηλήθιο κι αν φένεται έτσι τον λένε.
-Έλα ρε αρχίδι. Τα παρατάς όλα και περνάς από μένα.
-Τι έγινε πάλι;
-Έχουμε μαζευτεί τα μπακούρια και νοικιάσαμε το Fight Club, το High Fidelity και τις Διαστροφές της Αφέντρας...Μεγάλη ταινία..
-Καλή φάση αλλά να έχω δουλειά.
-Χτυπήσαμε γκομενάκι ρε μουνί;.
-Όχι ρε. Θα σου τα πω κάποια στιγμή από κοντά.
-Εσύ χάνεις,
-Εντάξει το Fight Club και το High Fidelity τα’ χω δει.
-Τις Διάστροφες τις Αφέντρας όμως;
-Αυτό μου έχει ξεφύγει. Κάντο μια κόπια και για μένα.
-Καυλιάρη! Άντε τα λέμε.
Γαμώ το μπαρ μου. Τέτοιες ευκαιρίες δεν χάνονται.Πρέπει να δω ένα μεσίτη για το μαγαζί κι ένα γιατρό για τις καούρες μου. Το δεύτερο ας περιμένει.. Πιάνω το Χρυσό Οδηγό και ψάχνω.Εδώ είμαστε. Μεσιτικό γραφείο Πίτσου. ‘Εχει κι άλλα αλλά αυτό μου φαίνεται καλό. Το σημειώνω στην ατζέντα μου κάτω από την Πίτσα Περούτζια. .


Για τον Πίτσο καβάλα

Παίρνω τηλέφωνο και μου μιλάει μια γκόμενα. Μου λέει να περάσω και τώρα από εκεί αν θέλω οπότε βάζω το παντελονάκι μου και τα παπούτσια μου τα Diesel και είμαι έτοιμος να πάω. Το στομάχι μου έχει γίνει κώλος αλλά θα το αντέξω. Βάζω δυο Riopan στην τσέπη και κατεβαίνω.
Τα λεωφορεία έχουν απεργία και περιμένω σαν το μαλάκα δυο ώρες ταξί. Δεν περνάει τίποτα και λέω δε γαμιέται ας το κόψω με τα πόδια. Πάνω στο ένα τέταρτο περπάτημα μου έχει βγει η γλώσσα έξω κι ο Πίτσος είναι ακόμα μακριά. Κάθομαι σε ένα πεζούλι να πάρω καμιά ανάσα. Αρχίζουν να παρελαύνουν μπροστά μου τα πιπίνια με τα ξέκωλά τους που πηγαίνουν για το απογευματινό τους φραπέ. Κάθομαι και τα χαζεύω. Καλή φάση.
Τέρμα η ξεκούραση. Συνεχίζω και τα πόδια μου ψιλοπονάνε.
Κι ενώ καταριέμαι την ώρα και τη στιγμή που άφησα τον Μπάμια και τις ταινιάρες του και βγήκα στους δρόμους, στο φανάρι μπρόστα μου σταματάει ο Πιτσαδώρος με το παπάκι του.
-Τι λέει; Που πάμε.
-Σ’ ένα μεσίτη. Κέντρο.
-Ανέβα.
Κωλοφαρδία μεγάλη. Ο Πιτσδώρος είναι πάντα μπροστά σου στις δύσκολες στιγμές. Ένας άγγελος με πειραγμένο παπάκι και καπελάκι Πίτσα Περούτζια σε μια πόλη γεμάτη μαλάκες, χαζογκόμενες και σκυλιά που γαμιούνται στους δρόμους. Κι εγώ είμαι καβάλα σ’ αυτό το παπάκι κι οδεύω για τον Πίτσο δίχως να ξέρω αν θα σταθώ ποτέ ικανός να του το ανταποδώσω.




Μια πορτοκαλαδίτσα


O Πιτσαδώρος μ’ αφήνει ακριβώς μπροστά από το γραφείο. Τον ευχαριστώ, ξύνω με τρόπο τα αρχίδια μου και χώνομαι μέσα.
Ο Πίτσος είναι ένας κακόμοιρος τύπος γύρω στα πενήντα. Για την ακρίβεια ο πιο κακόμοιρος τύπος γύρω στα πενήντα που έχω δει ποτέ. Φοράει ένα καρό πουκαμισάκι κι είναι σαν μουνί με ιδρωμένες μασχάλες. Σχεδόν τον λυπάμαι. Μου χαμογελάει και δείχνει τα κίτρινά του δόντια. Σκέτη αηδία. Πολύ άσχημος άνθρωπος.
-Καλησπέρα.
Η φωνή του είναι εντελώς γυναικεία. Προσπαθώ να μη γελάσω.
-Γεια. Πήρα πριν τηλέφωνο...
-Α, για το μπαρ, αγόρι μου;
Πούστης θα ‘ναι.
-Ναι...
-Έχω κάτι που μπορεί να σας ενδιαφέρει.
Μου δείχνει μια μοβ πινέζα πάνω στο χάρτη.
-Έδω είναι. Όχι πολύ μεγάλο αλλά χαριτομένο. Μπορούμε να πάμε να το δείτε τώρα.
-Μισό λεπτό να ενημερώσω τον συνεργάτη μου. Ίσως θέλει να το δει.
-Όπως επιθυμείτε.
Εντάξει, ο Δεξεροτάβλης μπορεί να είναι μαλάκας και μάλιστα μεγάλος αλλά αυτός βάζει τα φράγκα οπότε πρέπει να έχει μια κάποια γνώμη και επιπλέον μόνος με τον Πίτσο δεν μένω με τίποτα. Τον παίρνω τηλέφωνο. Είναι σπίτι και τρομπάρει και λέει ότι θα περάσει σε κανά δεκάλεπτο.
-Καφεδάκι; Μέχρι να έρθει ο συνεργάτης σας.
-Μπα. Ευχαριστώ πάντως.
-Μήπως μια πορτοκαλαδίτσα;
-Ας πιούμε μία. (δε γαμιέται)
Η πορτοκαλαδίτσα είναι αρκετά κρύα αλλά δεν μπορώ να την ευχαριστηθώ γιατί ο Πίτσος έχει περάσει το χέρι του στους ώμους μου.
Εύχομαι να έρθει σύντομα ο Χοντρός. Πάντα προτιμούσα τους μαλάκες από τους κοντοπούτανους, παπαρδέλες άσχημους που σχεδόν σου την πέφτουν. Αν συνεχίσει έτσι θα φάει μπούφλα,
Κάνω πως τον ακούω, λέω συνέχεια «ναι, ναι» και με την άκρη του ματιού μου ψάχνω το γκομενάκι που μιλήσαμε στο τηλέφωνο μα μάλλον πια έχει φύγει..



Στα γαμίδια

O Δεξεροτάβλης έρχεται σχετικά γρήγορα και με γλιτώνει απ’ τις ορέξεις του κοντού. Γίνονται οι συστάσεις και μπαίνουμε στο αμάξι του Χοντρού ( BMW 516, το γύφτο) με κατευθύνση τη γειτονιά που είναι το μαγαζί. Ο Πίτσος συνεχίζει το μπλα μπλα κι εμένα μ’ έπιασε κόψιμο αλλά κρατιέμαι. Έλπιζω το μαγαζί να λέει και να μην περνάω άδικα τέτοια σωματική και ψυχική ταλαιπωρία.
-Βάλε κανά λαλά.
Ο Δεξεροτάβλης όταν λέει λαλά εννοεί τραγουδάκι.
Ανοίγω το ράδιο και πετυχαίνω το Hit the road Jack σε μια πειραγμένη εκτέλεση που την ακούω πρώτη φορά. Μια γκόμενα τργουδάει στα ισπανικά ή κάτι τέτοιο.
-Λαλά είπαμε. Όχι μαλακίες....
Αλλάζω. Καρράς. Νύχτα ξελογιάστρα, νύχτα όμορφη. Ο Δεξεροτάβλης γουστάρει.
-Εδώ.
Ο Πίτσος λέει τα δικά του αλλά τον γράφουμε στα αρχίδια μας γιατί ο Δεξεροτάβλης τραγουδάει κι εγώ σφίγγομαι μη χεστώ πάνω μου.
Όταν φτάνουμε πετάγομαι έξω και κάνω μερικά βηματάκια πάνω-κάτω να μου φύγει το κόψιμο αλλά άδικος κόπος.
Η γειτονιά είναι τελείως παρακμιακή. Ένα καφενείο αρχαίο μπροστά μου λέγεται Ο Τάκης και κάτι παππούδες μέσα πάιζουν τάβλι και μπιλότ , τρώνε υποβρύχια και βρίζονται. Κι εγώ όταν γίνω παππούλης υποθέτω έτσι θα ‘μαι. Δίπλα είναι ένα τυρογαλάδικο με την επιγραφή Ο Βουνίσιος. Και παρακάτω το πιο βρώμικο σουβλατζίδικο του κόσμου.
-Να χτυπήσουμε κανά πιτόγυρο πριν δούμε το μαγαζί;
Τι άλλο θα’ λεγε το Ζώο;
-Όπως θέλετε.
Σιγά μην έλεγε όχι η Αδερφάρα..
Πλησιάζουμε και βλέπουμε ότι το σουβλατζίδικο λέγεται Τα Γαμίδια.
Δεν μπορώ να γελάσω. Αν γελάσω θα μου φύγουν.
Ο Πίτσος περιμένει απ’ έξω κι εγώ μπαίνω μέσα μαζί με το Δεξεροτάβλη. Τον ακούω να παργγέλνει μια διπλή πίτα γύρο απ’όλα τζατζίκι καθώς χώνομαι στην ο Θεός να την κάνει τουαλέτα. Η μπόχα είναι αφόρητη, τα κωλόχαρτα πεταμένα στην λεκάνη και σκέφτομαι ότι σήμερα θα κολλήσω AIDS, ταινία και όλες τις ηπατίτιδες αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο εκτός ίσως απ’ το να πασαλειφτώ με Betadin όταν φτάσω σπίτι.
Τέλος πάντων, όταν βγαίνω έξω νιώθω άλλος άνθρωπος κι ο Δεξεροτάβλης έχει τελειώσει το πιτόγυρο.



Κατσαριδούλες

Το μαγαζί που μας δείχνει ο Πίτσος είναι για τον πούτσο. Εντελώς. Μόνο ένας μαλάκας θα έλεγε ναι.
- Εντάξει, θα το πάρουμε. Ο Δεξεροτάβλης προσφέρει αλλή μια απόδειξη της μαλακίας που τον έχει βαρέσει στο κεφάλι από… από πάντα.
Βασικά όχι οτί εγώ είμαι πολύ καλύτερος από το Δεξεροτάβλη. Έχω πει και έχω κάνει ένα σωρό χοντρές μαλακίες αλλά, ρε πούστη, συνήθως φέρομαι σύμφωνα με τους νόμους της λογικής και της φύσης. Σκοτώνω μια κατσαριδούλα και περιμένω όπου να ‘ναι να έρθουν να μας φαν οι αρουραίοι.
- Μα δεν βλέπεις ότι είναι χάλια.
-Με λίγη δουλίτσα μέσα θα είναι υπέροχο, πετάγεται η Κλανιά-μεσίτης-ντιγκιντάγκας..
- Ναι, με λίγη δουλειά θα είναι υπέροχο. Εξάλλου απέναντι έχει γαμάτο γύρο.
Αυτό ήταν. Ο Χοντρός είχε ερωτευτεί τα Γαμίδια. Ότι και να ‘λεγα δε θα ‘χε νόημα. Παραδέχομαι την ήττα μου.
Οπότε σχεδόν συμφωνούμε να αγοράσουμε το στάβλο. Μένουν κάτι νομικά θέματα που θα τα φάω στη μάπα πάλι εγώ. Είμαι ψιλοτσατισμένος και όταν φτάνω το βράδυ σπίτι δεν έχω ούτε την όρεξη να δω καμιά τσοντίτσα. .



Φελλοιφαλλοφιλοσοφία


Κάθομαι στο κρεβάτι. Δεν πολυνυστάζω. Βάζω ένα Jack amaretto με λίγο πάγο και ανοίγω το ράδιο. Μόνο μαλακίες πάλι. Θα προτιμούσα να πετάω φελλούς στα βαρέλια παρέα με βλάχους με τρίχες στον σκεμπέ παρά να είμαι εδώ έτσι.
Δε ξέρω.
Όλα μου φένονται σχεδόν γαμημένα. Ό,τι με περιβάλει με κάνει να νιώθω ηλήθια.
Εκτός από μερικά πραγματάκια. Αυτά τα πραγματάκια δεν τα ψάχνω. Απλά όταν έρθουν προσπαθώ να κρατηθώ από αυτά. Έτσι νομίζω είναι καλύτερα. Όταν ψάχνεις κάτι και δεν το βρίσκεις νιώθεις μαλάκας. Δε ξέρω αν συμφωνείς.
Κλείνω το ράδιο και βάζω Beck στο CD player. She’ll do anything to make you feel like an asshole.
Δεν χρειάζεται μια γκόμενα για να σε κάνει να νιώσεις έτσι. Τόσα άλλα πράγματα μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις έτσι αν τα αφήσεις. Ένας φαλλός μπορεί να διαπεράσει τα αυτιά σου οποιαδήποτε στιγμή αλλά δεν πρέπει να του επιτρέψεις να σου γαμήσει την ψυχολογία. Σωστός;
Εντάξει, πολύ φιλοσόφησα για σήμερα. Σβήνω το φως και την πέφτω για ύπνο.


Οι κατσαρίδες περπατάνε στην ψυχή μου.
Έλπιζω να υπάρχει μια καλή δικαιολογία που θα με κάνει να πω
‘’δεν πειράζει’’





Μια ωραία μέρα στο πάρκο


Κάθομαι σ’ ένα παγκάκι μ’ ένα μαλάκα που μάλλον είναι ο Beck. Τρώμε μπουγάτσα και μοιράζουμε δίευρα στα πρεζάκια. Μας πλησιάζει ο Πίτσος και μας ρωτάει αν θέλουμε μαύρο. Του λέμε ναι και βγάζει μερικά τσιγαριλίκια. Τότε σηκώνεται ο Beck και του περνάει χειροπέδες ενώ εγώ δείχνω το σήμα μου. Τον αρχίζουμε στις κλωτσιές και τα γαμώσταυρα. Τον χέζω στη μάπα και του βάζω μια πορτοκαλάδα στον κώλο.Μάλλον γουστάρει Μετά τον πηγαίνουμε στο τμήμα και ο αρχηγός Δεξεροτάβλης μας κάνει ταξίαρχους.



Ο Νονός νο ΙΙ

Το πρωί με ξυπνάει ο Μπάμιας. Μου φέρνει τις «Διαστροφές της αφέντρας» σε κόπια.
-Καλή;
-Αρχίδια. Τζάμπα λεφτά. Δύο ώρες και δεν έπεσε ένα γαμήσι. Μόνο ξύλο. Άσε που η αφέντρα ήταν τραβέλι.
-Καλή φάση.
Αυτό το τελευταίο το λέω από την κουζίνα γιατί φτιάχνω καφέδες. Μετά αρχίζω και του λεώ για τον Δεξεροτάβλη, το μπαρ, τον Πίτσο και το χέσιμο στα Γαμίδια. Με κοιτά σοβαρός. Δε γελάει και αυτό γενικά μου φένεται παράξενο γιατί ο Μπάμιας γελάει συχνά και στη σχολή τον φωνάζαμε και Χαχανούλη.
Κάποια φάση με κοιτά και στο πρόσωπό του λίγη αγωνία και κάποια μικρά ίχνη ελπίδας.
-Θα με κάνεις μπάρμαν;
-Έλα;
-Είναι το παιδικό μου όνειρο.
Και χαμογελάει. Πρώτη φορά τον βλέπω έτσι.
Του λέω φυσικά και του χαρίζω απλόχερα την ευτυχία.
Μετά καθόμαστε λίγο και λέμε διάφορες βλακείες.
-Πρέπει να βρείς ένα όνομα. Κάθε σοβαρός dj έχει όνομα.
Προτείνει διάφορα αλλά δεν μου αρέσει κανένα.
-Τότε θα ανοίξουμε την τηλεόραση και η πρώτη λέξη που θα ακούσουμε θα είναι το όνομά σου.
Συμφωνώ με κάποια επιφύλαξη. Φαντάζεσαι να πετύχουμε Χάρυ Κλυν και να πρέπει να με λένε DJ Tarchidiatoukarabela;
Ευτυχώς πετυχαίνουμε μια τραγουδίστρια που έχει γενέθλεια και σβήνει τα κεράκια.
-Αυτό είναι. Θα έισαι ο DJ Φου.
-Δεν είναι κακό.
-Αν και δεν σημαίνει τίποτα.
-Πως! Είναι το φύσημα του ανέμου, η θεϊκή πνοή που εμφύσησε ο Θεός στον άνθρωπο, η εκπνοή που απαλλάσει τον οργανισμό από το διοξείδιο του άνθρακα.
Λέω και μερικές άλλες πίπες.
Ο Μπάμιας τώρα γελάει.
-Εσύ, ρε μαλάκα, χαραμίζεσαι. Έπρεπε να γίνεις ποιητής.


ΟΚ, ας μιλήσουμε λιγάκι για ποίηση

Έπρεπε. Και εντάξει μου το ‘πανε κι άλλοι. Είχα γράψει παλιότερα, λύκειο τώρα, καποιά ποιήματα που είχαν μεγάλη επιτυχία. Αλλά ήταν τελείως βλαμμένα και πειραγμένα. Ήταν μια κάποια αντίδραση στα πετυχημένα ποιήματα που μας ανέλυε επί ώρες μια μαλάκω καθηγήτρια.
Θυμάμαι ένα ποιήμα μου το λέγανε Meritto και είχε μεγάλο σουξέ.
Κάποια φάση το γύρισα στα πιο σοβαρά αλλά χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Ειδίκα όσα έγραψα για τη Βούλα ήταν για πέταμα.
Τα πέταξα.
Αποφάσισα να γράφω μόνο βλακείες αφού σ’ αυτό είμαι καλός.
Βλακείς χωρίς νόημα.
Η πλάκα είναι ότι μερικοί βρίσκουν νόημα. Μου το λένε και λέω «ναι, ναι είναι πολύ ωραίο νόημα» και διαδίδω ότι όντως αυτό είχα στο μυαλό μου πριν γράψω. Αλλιώς δν πρόκειται να με νομίσουν για σπουδαίο ποιητή.
Αν κι εδώ που τα λέμε σιγά μη γίνω σπουδαίος ποιητής.
Το σύστημα φταίει. Αγκαλιάζει κάθε παπάρα που έχει τα κονέ, τα φράγκα και το παίζει ψαγμένος και δεν αφήνει χώρο για μας, τα αυθεντικά ταλέντα.


Λίγη αναγνώριση γαμώ το κέρατό μου!


Είμαι στη σκηνή σε κάτι που μοιάζει με θέατρο. Φοράω ένα κουστούμι ριγέ εντελώς σικάτο κι από κάτω ένα φανελάκι που γράφει με μεγάλα ροζ γράμματα «Γαμάω και δέρνω». Μπροστά μου κάποιες χιλιάδες παππούδες με μπερέδες και κασκόλ με χειροκροτάνε όρθιοι. Μια γκόμενα έρχεται και με φιλάει. Μου δίνει ένα χαρτί που γράφει ΝΟΜΠΕΛ ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΙΑΣ. Λέω «Να στε καλά, ρε μαλάκες» και πάω να φύγω. Ο κόσμος δεν μ’ αφήνει. Θέλει να ακούσει από μένα το ποιήμα για το οποίο τιμήθηκα. Τους κάνω το χατίρι αν και βαριέμαι λίγο. Βήχω για να κάνω εντύπωση κι αρχίζω.



Μ’ ένα μανδύα
Λιτό κι απέριττο
Κι ένα ραβδί
Χάθηκα στ’ άπειρο
Να βρω το Meritto
Αυτό με τη λαβή.



Πανικός κάτω. Ο πρόεδρος της επιτροπής φωνάζει «Τώρα ας πεθάνω ο πούστης» αλλά τα σουηδικά μου είναι χάλια και δεν πολυκαταλαβαίνω. Κάποιοι κλαίνε από συγκίνηση. Άλλοι αυτοκτονούν κόβοντας τις φλέβες τους.
Ριγώ.
Προσπαθώ να περάσω μέσα από ένα πλήθος που ορμά να μ’ αγκαλιάσει. Δεν μπορώ.
Μου φέρνουν κι άλλο χαρτί. Γράφει πάνω ΝΟΜΠΕΛ ΕΙΡΗΝΗΣ. Μου εξηγούν ότι το ποιήμα μου γαληνεύει τις ψυχές των ανθρώπων, τους κάνει να αγαπάνε ο ένας τον άλλο, δε θέλουν να πολεμάνε πια μεταξύ τους. Αυτό το ποιήμα σταμάτησε τους πολέμους. Αυτό το ποιήμα είναι το πιο ιστορικό που γράφτηκε ποτέ.


Back to reality

-Ρε μαλάκα, ζείς;
-Ε...
-Τι σκέφτεσαι πάλι;
-Να πάρω κανά Νόμπελ.
-Και δεν παίρνεις; Κανά Grammy θες;
-Δεν με χαλάει.
-Και φυσικά ένα Πούλιτζερ. Αυτό κι αν πρέπει να πάρεις.
-Ε, ναι αυτό οπωσδήποτε.
Το τηλέφωνο διακόπτει αυτόν τον επικοδομητικό διάλογο.
Είναι λάθος.
Καθόμαστε ακόμα λίγο με τον Μπάμια και λέμε κι άλλες βλακείες να περάσει η ώρα.
Κατά το μεσημέρι πηγάνει στη μάνα του να φάει γιουβαρλάκια κι εγώ παραγγέλνω πίτσα πάλι. Αν συνεχίσω έτσι με τις πίτσες γύρω στο φθινόπωρο θα γίνω χελωνονιτζάκι. Ναι, το’ χω σκεφτεί. Στην πλάτη μου θα φυτρώσει ένα καβούκι να, θα γίνω πράσινος και θα παίζω καράτε με μεταλλαγμένους ρινόκερους κι αγριογούρουνα.
Αλλά ας σοβαρευτούμε λίγο. Ένας πετυχημένος dj και μελλοντικός νομπελίστας δεν πρέπει να ασχολείται με τα χελωνονιτζάκια. Υπάρχουν ένα σωρό άλλα θέματα όπως για παράδειγμα να κάνουμε το στάβλο που αγόρασε ο Δεξεροτάβλης μαγαζί. Το κόβω να ζοριζόμαστε κάπως..
Αν κι αυτό προς το παρόν αυτό δεν με πολυνοιάζει. Τώρα πεινάω κι όταν πεινάω το μόνο που με νοιάζει είναι να φάω. Συνειδητοποιώ ότι ο μαλάκας ξέχασα να παραγγείλω κόκα κόλα οπότε μέχρι να έρθει ο Πιτσαδώρος κατεβαίνω στο ψιλικατζίδικο να πάρω μία, να μπανίσω λίγο και την ψιλικατζού.


Δεν μπόρεσα να βρω ένα τίτλο που να μ’ αρέσει

Παίρνω βαθεία ανάσα και μπαίνω στο ψιλικατζίδικο. Είναι εκεί, γυρισμένη πλάτη. Το τζιν της πέφτει χαμηλά και φένεται το στρινγκ της. Κόκκινο. Σκίστρα!
Τη χαιρετάω, με χαιρετάει. Λέω μια κόκα κόλα, μου τη δίνει. Πληρώνω, λέει ευχαριστώ. Αν ήμουν ο Γκουσγκούνης αυτός ο διάλογος θα ήταν αρκετός για να την γαμήσω. Γιατί, εντάξει, φένεται εύκολη γκόμενα. Δηλαδή αν της έλεγα «έχω και κότερο, πάμε μια βόλτα;» μπορει να έλεγε και ναι.
Ίσως της την πέσω κάποια άλλη στιγμή. Τώρα είπαμε, πεινάω. Παίρνω την κόκα κόλα και τα ρέστα και φεύγω.
Στην είσοδο της πολυκατοικίας βλέπω τον Πιτσαδώρο. Του λέω «άσε, μαλάκα την ανεβάζω μόνος μου». Ένας κοινός πιτσαδόρος θα παρεξηγούνταν σίγουρα. Ο Πιτσαδώρος όμως όχι. Γελάει. Είναι γαμάτος τύπος. Θα μπορούσαμε να κάνουμε καλή παρέα.. Ίσως σε μια άλλη ζωή.
Μπαίνω στο ασανσέρ και τρώω εκεί ένα κομμάτι. Τα υπόλοιπα μπροστά στην τηλεόραση βλέποντας Θου-Βου για ακόμα μια φορά. Ειδικά στο τέλος έιναι σκέτο ποίημα. Θα εισηγηθώ στον χοντρό ένα βράδυ όταν είναι έτοιμο το μαγαζί να πάρουμε τούρτες και να τις πετάμε στους θαμώνες. Έτσι σαν φόρο τιμής στην κορυφαία στιγμή του παγκόσμιου κινηματογράφου. Και γαμώ τα χάπενινγκ δε θα’ ναι;
Τι ιδέα έριξα πάλι!
Μου έφτιαξα το κέφι. Η αλήθεια είναι ότι και το κόκκινο στρινγκ της ψιλικατζούς συνέβαλε σημαντικά σ’ αυτό. Και γίνομαι τέρμα κεφάτος το απόγευμα όταν ο Δεξεροτάβλης μου λέει ότι βρήκε δικηγόρο να φάει στη μάπα όλα τα διαδικαστικά. Μπράβο το χοντρό. Το πήρε πολύ ζεστά. Λέει να πάμε το βράδυ στα γαμίδια να τα πιούμε. Διστάζω λίγο αλλά δε γαμιέται. Ας τα πιούμε.


Λοιπόν, στα γαμίδια και πάλι

Παίρνω και τον Μπάμια μαζί. Πρέπει να γνωρίσει τον μελλοντικό του εργοδότη. Αν και τα γαμίδια δεν είναι και το καλύτερο μέρος του κάσμου για επαγγελματικό meeting.
Καθόμαστε σε κάτι πλαστικές καρέκλες που κάποτε πρέπει να ήταν άσπρες. Πάνω στο τέταρτο πιάνεται ο κώλος μου. Και του Μπάμια. Ο Δεξεροτάβλης δεν παίρνει χαμπάρι και κατεβάζει μερικά παντσετάκια. Πίνουμε λίγη ρετσίνα που βρωμάει και συζητάμε για το μέλλον του Hotellounge. Τον λόγο τον έχω έγω.
-Το μαγαζί πρέπει να είναι διαφορετικό. Εντελώς τρελό, ελαφρά ψαγμένο και ταυτόχρονα πιασάρικο.
-Να είναι σχεδόν σουρεαλιστικό.
-Έτσι ακριβώς.
-Τι είναι σουρεαλιστικό; Ο χοντρός είναι εντελώς ανίδεος. Δεν είχα την απαίτηση να ξέρει τι είναι σουρεαλιστικό,
-Να γίνεται ότι να ‘ναι, όποτε να ‘ναι..Ας πούμε να παίζει τζαζ και καπάκι Τερλέγκα.
Ο Μπάμιας αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να μυήσει τον Δεξεροτάβλη στο σουρεαλισμό.
-Τερλέγκα εγώ δεν βάζω στο μαγαζί. Εγώ είμαι ο dj.
-Τι λες ρε μαλάκα. Και γαμώ είναι...
Ο χοντρός υπερασπίζεται με πάθος τις αρχές του.
-...Θα βάζεις. Εγώ είμαι το κεφάλαιο.
-Καλά αλλά μόνο όταν είμαι πιομένος.
Κι αφου λύνουμε το μείζον αυτό θέμα περί Τερλέγκα και τον συναφών συνεχίζουμε με ρετσίνες. Οσό πάει βρίσκω ότι βρωμάνε όλο και λιγότερο.
H συζήτηση ξεφέυγει κι άλλο. Ο Μπάμιας μας αναλύει τα τελευταία πέντε επεισόδια στρουμφάκια που είδε, ο χοντρός εχεί πέσει στο τραπέζι φωνάζοντας «Γιατί να μην μπορώ να χύσω ρε πούστη» κι εγώ θυμάμαι λίγο τη Βούλα.
Ό,τι να ‘ναι.
Κάποια φάση ο χόντρος σηκώνει το κεφάλι του.
-Μαλάκες, δεν είμαι για να οδηγήσω. Και μου πετάει τα κλειδιά της BMW.
Στο δόξα πατρί.
Βριζόμαστε. Γελάμε. Πληρώνουμε και φεύγουμε γιατί είμαστε λίγο γυαλί όλοι.


Στο δρόμο

Πιάνω στο ράδιο το Ain’t no sunshine anymore και οδηγάω σιγά σιγά γιατί κι εγώ είμαι λίγο πέτσα. Σιγά σιγά για τα δικά μου δεδομένα. Ο χοντρός δίπλα κοιμάται. Καλύτερα. Αν ήταν ξύπνιος θα ζητόυσε Πανταζή. Ο Μπάμιας πίσω ξερνάει σε μια σακούλα.
Σκέφτομαι συνέχεια. Τα πάντα. Δεν ξέρω γιατί.
Βλέπω τον Σούπερ Γκούφι να πετάει πάνω από την πόλη. Κρατάει απ’ το χέρι τον Πιτσαδώρο. Ο Πιτσαδώρος μοιάζει ευτυχισμένος.
-Χέι μαδερφάκερ! Θες να ρθεις μαζί μας ;
Μετά θυμάμαι δυο φώτα και μετά τίποτα.

Όταν αποκτώ επαφή με την πραγματικότητα είμαι σκεπασμένος ως το κεφάλι με ένε σεντόνι κι ένα καρτελάκι μου γαργαλάει την πατούσα.
-Έτσι είναι. Πίνουν τα κέρατά τους και μετά στουκάρουν σε νταλίκες.
-Πολύ δουλειά σήμερα. Πρώτα εκείνος ο πιτσαδώρος , μετά αυτοί....
-Πουτάνα ζωή.
-Χέσε μέσα. Άντε καλή ξεκούραση.
-Τα λέμε.



Ξύπνημα

Ξυπνάω ιδρωμένος. Η Κάθυ κρατάει δυο φλυτζάνια καφέ και μου χαμογελάει.
-Ήσουν υπέροχος χθες... Είσαι ΟΚ;
- Είδα ένα περίεργο όνειρο. Τίποτα άλλο.
- Το όνειρό σου είμαι εγώ κούκλε.
Πίνουμε τον καφέ, ξαναγαμιόμαστε και φεύγει. Έξω έχει ήλιο κι είναι ωραία και το τηλέφωνο χτυπάει κι εγώ το σηκώνω.
-Μαλάκα είδα όνειρο ότι ήμουνα πιτσαδώρος, πήγαινα πίτσες σ’ ένα μαλάκα και μετά τράκαρα και πέθανα. Δεν είναι και γαμώ τα κουφά;
- Και σου ‘πα ρε Γκούφυ γαμώ το φελέκι μου, μη το γαμάμε με τα ξίδια. Κι εγώ κάτι τέτοιες μαλακίες έβλεπα.



ΔΕ ΕΝΤ
That’s all, folks!




Μαλακία, ε;

ΜΗ ΣΩΖΕΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΣΑΒΒΑΤΟ

0

Με λένε Τζόνι Ντάνιελς κι όπου να ‘ναι θα πεθάνω. Ένα μπανγκ μπανγκ και μετά τέρμα, πάπαλα ο Τζονούλης, τον ήπιε ολοσχερώς και αμετάκλητα. Ο μόνος τρόπος να γλιτώσω και να συνεχίσω να αποτελώ τμήμα αυτού του γαμημένου σύμπαντος είναι να πέσει από το πουθενά στο κεφάλι του πούστη με την καραμπίνα που με σημαδεύει ένα αμόνι. Το ξέρω
δεν είναι και πολύ πιθανό..Την έχω γαμήσει ρε εντελώς, μη το ψάχνεις.
Υπό άλλες συνθήκες θα ‘χα αρχίσει τα πατερ ημών κι όσες προσευχούλες κατέβαιναν στη κούτρα μου θα τις έλεγα μπας και συγχωρεθώ για όσες μαλακίες έχω κάνει γιατί ‘ντάξει έχω φάει κόσμο, έχω δώσει πρέζα, σκέψου ό,τι θες, το ‘χω κάνει. Αλλά τώρα ξέρω την Αλήθεια και στ’ αρχίδια μου όλα. Μου την είπε ο Τσάρλι κι ό,τι λέει ο Τσάρλι έχει ισχύ νόμου. Δεν υπάρχει Θεός, δεν υπάρχουν άγγελοι, πίπες όλα. Υπάρχει μόνο το.... Μη σε μπλέκω. Πιστεύω πως θες το σκατοκέφαλό σου.
Αυτό που θα κάνω είναι να γράψω στο γαμημένο μου μυαλό ένα εκπληκτικό μυθηστόρημα με τις περιπέτιές μου. Ο Τσάρλι μου ‘χε πει πως έχω το βασικό προσόν για να γίνω μεγάλος συγγραφέας. Κι επειδή όπως το κόβω πολύ χρόνο δεν έχω στο βιβλίο αυτό θα περιγράφεται μόνο η τελευταία μου νύχτα πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη. Το ονομάζω μη σώζετε τον κόσμο Σάββατο γιατί σήμερα είναι Κυριακή και χθες πήγα να σώσω τον κόσμο και τα έκανα σκατά. Αν τυχόν την σκαπουλάρει ο Τζονούλης δεσμεύεται να δημοσιέυσει την πλήρη βιογραφία του εικονογραφημένη, τρίτομο έργο, και γαμώ τα συγγράματα. Επίσης θα σου ‘ξηγηθεί τραπεζάκι κομπλέ στα μπουζούκια.
Τέρμα οι πρόλογοι. Παίρνω φόρα και αρχίζω την ιστόρηση των γεγονότων χωρίς υπερβολές, χωρίς περιορισμούς όπως πραγματικά συνέβησαν. Κι όσο δεν ακόυγεται μπανγκ μπανγκ θα συνεχίζω.

1

Η ιστορία ξεκινά πριν περίπου δέκα ώρες. Ήμουν σπίτι και τον έπαιζα. Με την έννοια ότι δεν έκανα κάτι χρήσιμο για την κοινωνία σου όχι ότι αυνανιζόμουνα. Θα μπορούσα να ‘μουν στις πουτάνες, τη Ναταλί ή τη Ζίνα που ‘χαν αλλάξει μπουρδέλο και πήγαν σ’ αυτό με τους ωραίους καναπέδες, αλλά ό,τι τελευταία φράγκα μου μείναν τα ‘χα ακουμπήσει σε τσιγάρα και μπύρες. Μαλακία μου. Τέλος πάντων Καθόμουν στο γραφείο, άκουγα Νίνα Σιμόν και έπινα, χωρίς να ‘χω κάτι να περιμένω, χωρίς να πιστεύω πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Η μελαγχολία ήταν απλά θέμα χρόνου.
Ώσπου χτύπησε η γαμημένη η πόρτα, άνοιξα και το Φως φάνηκε στο κατώφλι. Το Φως είχε απίστευτα βυζιά και το λέγαν Μπέμπα Ντολ. Αυτή φταίει για όλα, η παλιοπουτάνα με τα πράσινα μάτια.
«Συγγνώμη, ήθελα τον κύριο Τζόνυ Ντάνιελς» Φωνή αισθησιακή όσο δεν παίρνει. Υποσχόταν αβάδιστο και αβασάνιστο σεξ.
«Ο ίδιος.» Φωνή μεθυσμένης αρκούδας. Δεν υποσχόταν τίποτα απολύτως εκτός ίσως από μια πιθανότατη αδυναμία διεξαγωγής σοβαρής συζήτησης.
Με εξέτασε από τη κορφή μέχρι τα νύχια. Μπυροκοίλι, τρίχες στη μύτη και μια ανάσα που βρώμαγε Guiness. Κακός συνδιασμός. Με κοίταξε σαν να της είπα ‘’ ξέρεις, στις ελεύθερες ώρες μου βιάζω τον Πάπα’’ και είπε. απλά: «Αποκλείεται.»
Κι επειδή ο Τζονούλης δεν γουστάρει να του αμφισβητούν το είναι του κι επειδή ήθελε να κάνει ένα μπανάκι απάντησε ψύχραιμα και με ήρεμο τόνο. «Κοίτα κοπελιά, η ταυτότητα μου είναι στο παντελόνι μου στη κρεβατοκάμαρα. Τράβα δες την κι όπως έρχεσαι άναψε το θερμοσίφωνα.» Ξέχασα να σου πω. Δεν φορούσα ο μαλάκας παντελόνι και τόση ώρα το ‘χα ξεχάσει εντελώς. Στεκόμουν μπροστά της με τα σώβρακα έτοιμος λες για άμεση ανταλλαγή σωματικών υγρών.
Με ξανακοίταξε. Ομολογώ πως ήταν ψύχραιμη. Άλλη στη θέση της θα μου ‘χε σκάσει χαστούκι «Είσαι πολύ κάφρος αλλά θα σε πιστέψω. Απλά σε περίμενα αλλιώς, πολύ αλλιώς. Τέλος πάντων. Με λένε Μπέμπα. Μπέμπα Ντολ. Θα ‘θελα να μιλήσουμε για μια δουλεία.»
Μάλιστα. Δουλειά. Χρειαζόμουν τα φράγκα. Κι η γκόμενα έλεγε. Της είπα να περάσει μέσα και της πρόσφερα μια μπύρα. Μια μπύρα λιγότερη μερικές φορές σημαίνει ένα γαμήσι παραπάνω. Δεν υπάρχει θεωρητική απόδειξη γι’ αυτό. Το καταλαβαίνεις πειραματικά μετά από πολλές δοκιμές.
«Πόσα δωμάτια;» Μάλλον την κούφανα. Πρόλαβα να τελειώσω την μπύρα, να ρευτώ και να πω ένα ‘’ σόρι μαντάμ’’ πριν απαντήσει.
«Ορίστε;»
«Πόσα δωμάτια έχεις για σοβάτισμα;»
«Συγγνώμη, είναι κάποιο συνθηματικό;»
«Όχι. Όταν λέμε πόσα δωμάτια έχεις για σοβάτισμα εννοούμε πόσα δωμάτια έχεις για σοβάτισμα. Σοβατζή δε θες;» Το ‘πα με απόλυτη φυσικότητα και χίλιες κεραμίδες πέσαν στο πανέμορφό της κεφάλι.. Αν η καρδιά της ήταν πιο αδύναμη θα μου ‘χε μείνει στα χέρια. Αν ήταν μπάρμπας θα ‘χε πάθει εγκεφαλικό. Έκανε μια τιτάνια προσπάθεια να συνειδητοποιήσει το τι γίνεται και ρώτησε μόνο και μόνο για να σιγουρευτεί απόλυτα.
«Σοβατζής είσαι;»
Θα μπορούσα να πω ότι ήμουν μοντέλο ποδοσφαιρικών καλτσών για σέντερ μπακ με πλατυποδία, δοκιμαστής παστουρμάδων ή εκπαιδευτής σαρκοφάγων κοάλα αλλά σκέφτηκα ότι ήδη είχα πει αρκετές μαλακίες.
«Ναι. Δεν δίνει πολλά αλλά είναι μια τίμια δουλειά.»
«Μου ‘παν ότι είσαι εκτελεστής νίτζα.»
Γαμησέ τα. Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω γιατί αλλά με είχαν ανακαλύψει.. Ναι, ήμουνα νίτζα δολοφόνος. Έτσι σκατά που γίναν τα πράγματα δεν έχει νόημα να το κρύβω. Κι ήμουν από τους καλούς, κι επειδή όσο κι αν δεν μου φαίνεται κατά βάθος είμαι ταπεινός άνθρωπος δεν θα πω ο καλύτερος. Μα κάτι μέσα μου μια μέρα έσπασε, λύγισα ή να το πω πιο επιστημονικά επαναπροσδιόρισα τους ηθικούς μου φραγμούς. Δεν ήθελα ρε παιδί μου να σκοτώνω άλλους αθώους. Ίσως να ‘ταν η συνειδητοποίηση του απεχθούς των εγκλημάτων μου, το αίμα στους τοίχους, τα κομμένα κεφάλια, ίσως πάλι απλή βαρεμάρα. Έστειλα που λες μια ωραία πρωία στο διάολο το Βαρόνο και τον Όμιλο κι εξαφανίστηκα μέσα στις σκιές. Δέκα χρόνια κρυβόμουν. Κι έγια ο πιο μεθυσμένος σοβατζής του σύμπαντος. ‘Ο;τι φράγκα έβγαζα τα τρωγα στο ποτό και το μουνί. Αρκετά φυσιολογικό αν το σκεφτείς. Κι ήταν ήρεμα. Μέχρι τώρα που απέναντί μου δυο βυζιά θέλαν να μου αναθέσουν αποστολή. Να με γυρίσουν πίσω στο αίμα.
«Κοίτα κούκλα μου, δεν ξέρω πως διάολο με βρήκες αλλά έχω αποσυρθεί.»
Άναψα ένα τσιγάρο και τη γάμησα για λίγο με τα μάτια. Και, πιστέψέ με, είναι λίγο δύσκολο να γαμήσεις με τα μάτια άμα τρέμεις.
«Το πως σε βρήκα δεν έχει καμία σημασία. Ας πούμε ότι μου ‘ρθε θεία φώτιση. Το θέμα είναι ότι χρειάζομαι επιγόντως τη βοήθειά σου. Με προσέχεις;»
«Πώς να προσέξω τι λες με τέτοια πόδια;»
«Έχω θα ‘πρεπε να ‘χα το πρόβλημα που σε βλέπω μ’αυτό το μποξεράκι.» Το μποξεράκι με τους ροζ ρινόκερους. Η μυστική μου μουνοπαγίδα. Όλες θέλουν να χαϊδέψουν τους ρινόκερους.
«Είμαι τόσο hot ε;»
«Δε θα το ‘λεγα. Με κάνεις να θέλω να ξεράσω. Αν δεν σε είχα τόσο μεγάλη ανάγκη θα είχα φύγει.»
«Όλες έτσι λέτε στην αρχή. ..Τη δουλειά ξέχνα την. Τζάμπα χάνεις το χρόνο σου. Δεν πρόκειται να σκοτώσω κανέναν. Τα ‘χω σιχαθεί αυτά. Πλέον είμαι ένας φτωχός και μόνος σοβατζής.»
« Αν δεχτείς τη προσφορά μου δεν θα’ σαι πια φτωχός. Ούτε μόνος.» Η φωνή της υποσχόταν άγριο σεξ. Στο ξαναείπα αυτό ε; Κι εσύ αν την είχες ακούσει για αυτή θα έλεγες μέχρι να πεθάνεις. Θα μπορούσα να δεχτώ Το μυαλό μου έλεγε όχι, η πούτσα μου έλεγε ναι. Κωλοκατάσταση.
Κι έτσι αποφάσισα να είμαι ειληκρινής.
«Δεν πρόκειται να ξαναγίνω νίτζα εκτελεστής. Αν θες να γαμηθούμε κάτσε, αλλιώς τον πούλο. Καληνύχτα.»
«Γαμήσου μόνος σου ανώμαλε! Από δω και πέρα θα ‘σαι υπεύθυνος για ό,τι γίνει..»
Έφυγε κλείνοντας απότομα την πόρτα κι εγώ πήγα για ένα θεσπέσιο χέσιμο.

2

Φιλαράκι, ποιο είναι το χειρότερο πράγμα που μπορεί να σου συμβεί σ’ αυτή τη κωλοζωή; Να ψάχνεις σαν το μαλάκα να βρεις αγάπη και μετά να παίρνεις τ’ αρχίδια σου στο χέρι; Να βρίσκεις αγάπη αλλά να κρατάει ελάχιστα και να μένεις ύστερα συναισθηματικά γαμημένος; Όχι μαλάκα μου, όλα αυτά είναι πίπες.

ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝΟΥΛΗ ΝΟΥΜΕΡΟ 1
ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ Σ’ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΕΙΝΑΙ Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΔΟΥΣ ΑΛΛΗΛΟΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ. ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΧΤΥΠΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΡΤΑΣ ΕΝΩ ΕΙΣΑΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΑΛΕΤΑ ΚΙ ΑΜΟΛΑΣ.

Ήταν ένα απλό γκλινγκ γκλονγκ σαν τόσα άλλα μα στα ιδρωμένα μου αυτιά ήχησε σαν τις τρομπέτες της Αποκάλυψης. Όχι ψέματα, οι άγγελοι δεν είναι Λούις Αρμστρονγκ αν και θα ‘χε πλάκα στο τέλος του κόσμου να ακουγόταν το ‘My funny valentine’. Η Καινή Διαθήκη μιλάει σαφώς για τρομπόνια. Ή σάλπιγγες; Μμμμ, άμα έχεις μια καραμπίνα να σε σημαδεύει νομίζω ότι έχεις κάθε δικαίωμα να λες μαλακίες.
Τρόμαξα, η αλήθεια είναι αυτή. Ξέρεις είχα φτάσει σ’ αυτήν την κατάσταση σχεδόν νιρβάνας να την πω που ακολουθεί μια απολαυστική εκκένωση και το κουδούνι με επανέφερε απότομα. Την παραλίγο ανακοπή διαδέχτηκαν ατσούμπαλες κινήσεις που ‘χαν στόχο το άμεσο ανέβασμα των βρακιών μου. Να μη στα πολυπρήζω , κατάφερα τελικά να ανοίξω την πόρτα. (χειροκροτήματα κονσέρβα) κι ένας καραφλός μπούκαρε μέσα.
«Είναι εδώ.»
«Συγγνώμη;»
«Τα μικρά μοβ ανθρωπάκια είναι εδώ.»
«Τα ποια;»
«Τα μικρά μοβ ανθρωπάκια. Ανεβοκατεβαίνουν στη κωλοτρυπίδα μου. Τα νιώθω.»
Αυτό ήταν. Διέκοψα τη νιρβάνα μου για να ακόυσω τις πίπες ενός μαλάκα.
«Και τι θέλετε να κάνω:»
«Να μου πείτε αν είναι φυσιολογικό.»
«Ξέρω κι εγώ. Μπορεί και να ‘ναι. Αλλά εσείς ποιος είστε;»
Δεν ξέρω γιατί δεν τον εκπεραθύρωσα, γιατί δεν άφησα την βαρύτητα να αναλλάβει τα υπόλοιπα, γιατί δεν του έδωσα τη δυνατότητα να πέσει σαν σκατό στον ακάλυπτο, αλλά του έδινα θάρρος να με ζαλίσει κι άλλο. Είναι ένα ερώτημα που θα μπορούσε κάλλιστα να μπει στο Βιβλίο Των Μεγάλων Μυστηρίων Του Σύμπαντος κάτω από το ‘ποιος πούστης μου κλέβει τους αναπτήρες’. Ίσως να έφταιγε το ότι ήδη είχα πιεί αρκετά κι είχα τρελή όρεξη να μαλακιστώ.
«Ω παράλειψίς μου. Αρμάνδος Ρόουζ. Νιώθετε κι εσείς τα ανθρωπάκια;»
«Φυσικά. Εμένα παίζουν μπόουλινγκ στο στομάχι μου και τα σάββατα άμα έχει ήλιο κανονίζουνε πικ νικ στο κωλάντερό μου .»
Τώρα που το σκέφτομαι αυτό δεν ήταν συζήτηση. Έμοιαζε πιο πολύ με κείμενο του Μπάροουζ. Ο σαπιοκοιλιάς και το καραφλόνι μιλούν για τους μοβ περιπατητές των κωλοτρυπίδων. Μόνο τα πρεζάκια λείπαν.
Χρειαζόμουν κι άλλη μπύρα.
«Θέλετε να σας μιλήσω για τα όνειρά μου;»
«Τι να σας πω. Άμα θέλετε. Εγώ δεν έχω και κάτι καλύτερο να κάνω. Δηλαδή στις πουτάνες θα πήγαινα αλλά πού φράγκα. Σκατά οι δουλειες βλέπετε αγαπητέ μου. Γι’ αυτό το καφάσι μπύρες έδωσα τα μαλλιοκέφαλά μου. Θα σας πείραζε να πίνω μία καθώς ακούω;»
«Όχι καθόλου. Κατανοώ. Αρχίζω.. γκουχ, γκουχ. Εγώ που λέτε ονειρεύομαι κήπους. Μεγάλους κήπους γεμάτους γλαδιόλες, μπουκαμβίλιες και κυκλάμινα.»
«.... εγώ πάλι κώλους και βυζιά.»
«Μη με διακόπτετε, ξεχνάω τι έλεγα. Ο άνεμος φυσάει απαλά και νιώθω απόλυτη ηρεμία και γαλήνη. Το σώμα μου έχει χαλαρώσει, παντού υπάρχουν χρώματα και μυρωδιές.. Μελισσούλες πετούν, πουλάκια κελαηδούνε και νερά τρέχουνε γάργαρα.... και μετά ... μετά έρχονται τα αρκουδάκια της αγάπης τσαλαπατάνε τις γλαδιόλες και τις μπουκαμβίλιες , ξεριζώνουν τα κυκλάμινα και ψεκάζουνε τις μελισσούλες με τέζα. Μετά βγάζουνε τις φονικές τους σφεντόνες και σφεντονίζουνε τα καημένα τα πουλάκια. Τα πάνε λάφυρα στον αρχηγό τους τον Σπορ Μπίλυ, αυτός φεύγει με το διαστημόπλοιό του και μ’ αφήνει μόνο μου να κλαίω.»
«Τι μου λέτε....»
«Και σας ρωτώ, τι σημαίνουν όλα αυτά γιατρέ μου;»
«Όπα παρεξήγηση. Ο κύριος Γιουγκ είναι στον πάνω όροφο. Εγώ είμαι σοβατζής.»
«Και γιατί σας μιλάω τόση ώρα σαν μαλάκας;»
«Αυτό ακριβώς θα σας ρωτούσα κι εγώ.»
«Αυτό ήτανε. Φεύγω.»
«Καληνύχτα Αρμάνδε.»
Από όλα όσα συνέβησαν εκείνη τη νύχτα αυτό το περιστατικό παίζει να ήτανε το πιο λογικό. Ένας τρελός που μπέρδεψε τους ορόφους δεν ήταν τίποτα μπροστά σε όσα απίστευτα ακόμη και για έναν πρώην νίτζα εκτελεστή ακολούθησαν.
Άναψα ακόμη ένα τσιγάρο, έφτιαξα μια ωραία ταμπελίτσα που έλεγε ‘ΕΔΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΗΜΙΟΡΟΦΟΣ. Ο ΓΙΑΤΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ 1ο’ και την κόλλησα στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Έξω είχε αρχίσει να βρέχει. Γούσταρα τη βροχή από τότε που ήμουν νίτζα. Ο ήχος της κάλυπτε τα βήματά σου. Μερικές φορές σου έσωζε τη ζωή. Και σου φαιρνέ κατούρημα.
Δεν είχα κάτι να κάνω. ‘Νταξει η Μπέλα κι ο Αρμάνδος ήταν μια μικρή ηλήθια παρένθεση σε μια νύχτα που ‘χε όλα τα φόντα να γίνει απολύτως μίζερη. Μα όσο η ώρα περνούσε το κωλοβάρεμα γινόταν αβάσταχτο σαν διπλή πίτα γύρο τζατζίκι που σου ‘χει κάτσει στο στομάχι μια μέρα που δεν έχεις κόκα κόλα. Στην τηλεόραση έπαιζε μαλακίες και στο ράδιο δεν είχε άλλη Νίνα. Κατέβηκα μια βόλτα στο τετράγωνο για να ηρεμήσει το κεφάλι μου και να βραχώ. Έίδα τη Ζίνα αγκαλιά με πελάτη, μερικά σκυλιά να μυρίζονται πριν γαμηθούν και την Μπέμπα πυροβολημένη μπροστά από έναν κάδο. Ένας μπάτσος δίπλα της προσπαθούσε να καταλάβει τι έγινε. Δεν ξέρω γιατί αλλά πλησίασα. Κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη μαλακία που ‘χα κάνει ποτέ στη ζωή μου.


3

ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΤΖΟΝΟΥΛΗ ΝΟΥΜΕΡΟ 2
ΑΝ ΠΟΤΕ ΔΕΙΣ ΒΥΖΑΡΟΥ ΠΥΡΟΒΟΛΗΜΕΝΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ, ΚΑΝ ‘ΤΗΝ ΜΕ ΕΛΑΦΡΑ ΠΗΔΗΜΑΤΑΚΙΑ ΚΑΙ ΠΙΕΣ ΜΙΑ ΜΠΥΡΑ ΣΤΟ ΚΟΝΤΙΝΟΤΕΡΟ ΜΠΑΡ. ΑΝ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΠΑΡ ΕΚΕΙ ΚΟΝΤΑ ΠΑΡΕ ΜΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ ΚΑΙ ΠΙΕΣ ΤΗΝ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΓΚΑΚΙ. ΠΡΟΣ ΘΕΟΥ ΜΗ ΠΑΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΙ ΕΓΙΝΕ.

Γιατί αγορίνα θα μπλέξεις άσχημα όπως έμπλεξε κι ο Τζονούλης και τώρα ένας πούστης είναι έτοιμος να τον στείλει για μπουρέκια. Γενικά μη κάνεις μαλακίες, να 'σαι ......



4

Μπανγκ, μπανγκ!!!!!!!!